ferenc-puskas
«Κοίτα αυτόν τον μικρό και χοντρό τύπο» , σχολίασε ένας από τους Άγγλους διεθνείς που παρατάχθηκαν στις 25 Νοεμβρίου του 1953 , στο στάδιο Γουέμπλεϊ , απέναντι στην Ουγγαρία του Γκούσταβ Σέμπες.
Η αγγλική εθνική ομάδα παρέμενε αήττητη σαν γηπεδούχος απέναντι σε ομάδες εκτός Βρετανίας και τρίτη στην παγκόσμια κατάταξη ενώ απ’ την άλλη η Ουγγαρία ήταν πρώτη στην κατάταξη , κάτοχος του χρυσού Ολυμπιακού μεταλλίου το 1952 στο Ελσίνκι και αήττητη επί 24 συνεχή διεθνή παιχνίδια.
Μετά από 90΄ , η Αγγλία είχε συντριβεί με 6-3 και δύο από τα έξι γκολ των Μαγυάρων είχε πετύχει «αυτός ο μικρός και χοντρός τύπος» που το όνομά του ήταν ΦΕΡΕΝΤΣ ΠΟΥΣΚΑΣ!
Ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. «Ο καλπάζων συνταγματάρχης», όπως ήταν το προσωνύμιό του, έγραψε χρυσές σελίδες με την εθνική ομάδα της Ουγγαρίας και τη Ρεάλ Μαδρίτης.
Υπήρξε ένας από τους πιο χαρισματικούς σκόρερ του παγκοσμίου ποδοσφαίρου με το «φαρμακερό» αριστερό του σουτ.
Σημείωσε 84 γκολ σε 83 συναντήσεις με την Εθνική Ουγγαρίας και 511 γκολ σε 533 συναντήσεις με τις φανέλες της Χόνβεντ Βουδαπέστης και της Ρεάλ Μαδρίτης.
Ο Φέρεντς Πούσκας Μπιρό γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1927 στη Βουδαπέστη. Εντάχθηκε στις ποδοσφαιρικές ακαδημίες της Κίσπεστ Χόνβεντ, λίγο πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν προπονητής της ομάδας ήταν ο πατέρας του.
Το 1949 , το Υπουργείο Άμυνας ανέλαβε τις τύχες του συλλόγου και η Χόνβεντ έγινε η ομάδα του στρατού. Οι ποδοσφαιριστές της έγιναν αξιωματικοί και ο Πούσκας, λίγα χρόνια μετά, πήρε το βαθμό του συνταγματάρχη, απ' όπου προέκυψε και το γνωστό προσωνύμιό του. Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ το 1948 (50 γκολ), το 1949 (31), το 1950 (25) και το 1953 (27). Συνολικά, στο πρωτάθλημα Ουγγαρίας είχε 354 συμμετοχές και σημείωσε 357 γκολ.
Στις 20 Αυγούστου 1945, ο 18χρονος Φέρεντς Πούσκας πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην Εθνική Ομάδα, σκοράροντας μάλιστα στο 5-2 επί της Αυστρίας.
Η συντροφιά των Τσίμπορ, Κόκσιτς, Πούσκας μαζί με τους Μπόζικ , Χιντεγκούτι , Λάντος και Μπουζάνσκι και τον μετέπειτα προπονητή του ΠΑΟΚ Γκιούλα Λόραντ δημιούργησαν μια από τις καλύτερες ομάδες που έχει εμφανιστεί στον πλανήτη.
Με την εθνική Ουγγαρίας, ο Πούσκας κατέκτησε το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο το 1952 στο Ελσίνκι (γι' αυτό και η ομάδα ονομάστηκε «Αράντσιπατ», που σημαίνει «χρυσή ομάδα» στα ουγγρικά) και έπαιξε στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954, που έμεινε στην ιστορία ως «Το θαύμα της Βέρνης», επειδή οι Γερμανοί «γύρισαν» το εις βάρος τους 2-0 και νίκησαν τους Ούγγρους με 3-2.
Puskas-action_682x4_369470a
Η εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στη Βουδαπέστη βρίσκει τον Πούσκας στο εξωτερικό, σε περιοδεία με τη Χόνβεντ. Ο «καλπάζων συνταγματάρχης» είχε ήδη αποφασίσει να μην επιστρέψει στην πατρίδα του και να αναζητήσει ομάδα στη Δυτική Ευρώπη.
Παρότι αρχικά βρέθηκε πολύ κοντά στην Εσπανιόλ και μάλιστα έπαιξε σε κάποια φιλικά, ο 29χρονος εμιγκρές δεν έμεινε στη Βαρκελώνη, αλλά ταξίδεψε στην Ιταλία, όπου η Γιουβέντους και η Μίλαν επιθυμούσαν διακαώς να τον εντάξουν στη δύναμή τους.
Υπολόγιζε, όμως, χωρίς την ΟΥΕΦΑ, η οποία του επέβαλε διετή αποκλεισμό . Η τιμωρία αυτή καθώς και η δεδομένη αποχώρησή του από την εθνική Ουγγαρίας του στέρησαν την δυνατότητα να δημιουργήσει μεγαλύτερα ρεκόρ κυρίως όσον αφορά το σκοράρισμα. Τελικά το 1958 επέστρεψε στην Ισπανία και εντάχθηκε στο δυναμικό της Ρεάλ Μαδρίτης.
Ο Πούσκας είχε κλείσει τα 31, όταν αποκτήθηκε από τη «Βασίλισσα», αλλά παρέμενε ασυναγώνιστος. Εκεί βρήκε δύο ισάξιους παρτενέρ, τον Αλφρέδο ντι Στέφανο και τον Ραϊμόν Κοπά και πανηγύρισε την κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1959 και το 1960. Την πρώτη χρονιά ήταν τραυματίας κι έχασε τον τελικό με τη Ρεμς, αλλά το 1960 έδωσε το παρών κι έγραψε ιστορία. Στο 7-3 επί της Άιντραχτ Φρανκφούρτης, ο Πούσκας πέτυχε τέσσερα γκολ και ο Ντι Στέφανο τρία, ρεκόρ που φυσικά παραμένουν μέχρι σήμερα και πιθανότατα δεν πρόκειται ποτέ να καταρριφθούν. Ο Ούγγρος πέτυχε χατ-τρικ και στον τελικό του 1962, όμως, η Ρεάλ έχασε 5-3 από την Μπενφίκα.
Συνολικά, με τη φανέλα των «μερένγκες» ο Φέρεντς Πούσκας κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα και έπαιξε σε 180 αγώνες της «πριμέρα ντιβιζιόν», σημειώνοντας 156 γκολ, ενώ στην Ευρώπη σκόραρε 35 φορές σε 39 ματς. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ισπανία πήρε την υπηκοότητα και με την εθνική ομάδα έλαβε μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962. Έπαιξε σε τέσσερα ματς, χωρίς να πετύχει γκολ.
Ο Φέρεντς Πούσκας εγκατέλειψε την ενεργό δράση σε ηλικία 40 ετών, το 1967, και ακολούθησε προπονητική καριέρα. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του ήταν η συμμετοχή με τον Παναθηναϊκό στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης το 1971, όπου η ελληνική ομάδα έχασε 2-0 από τον Άγιαξ στο Γουέμπλεϊ. Έμεινε στους «πράσινους» την πενταετία 1969-1974 (2 πρωταθλήματα ο απολογισμός του), ενώ λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε ξανά στην Αθήνα και εργάσθηκε για μία σεζόν (1978-79) στην ΑΕΚ. Ο «δικέφαλος» κατέκτησε το πρωτάθλημα και ο Πούσκας μοιράστηκε τον τίτλο μαζί με τον Ανδρέα Σταματιάδη, που τον διαδέχθηκε.
Εκτός από την Ελλάδα , ο Φέρεντς Πούσκας δούλεψε ως προπονητής μεταξύ άλλων στην Ισπανία (Χέρκουλες 1967, Αλαβές 1968-1969, τη Χιλή (Κόλο Κόλο, 1975-1976), τη Σαουδική Αραβία (1976-1977), και την Εθνική Ουγγαρίας το 1993.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταλαιπωρήθηκε από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Πέθανε από πνευμονία σε νοσοκομείο της Βουδαπέστης, στις 17 Νοεμβρίου 2006.
ΗΛΙΑΣ ΒΑΣΣΟΣ
ΣΣ: Πηγές για το παραπάνω κείμενο αποτέλεσαν η wikipedia το site www.sansimera.gr και το site www.ifhof.com (international football hall of fame).

























































